
Η οικιακή μύγα (Musca domestica) είναι έντομο της τάξης των δίπτερων και κατατάσσετε στην οικογένεια Muscidae. Στην Ευρώπη το γένος Musca εκπροσωπείται από δώδεκα είδη. Στην Ελλάδα συναντούμε εκτός την οικιακή μύγα τα είδη Musca autumnalis, Musca larvipara, Musca osiris, Musca tempestiva. Στις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα και στην Κύπρο συναντούμε Musca crassirostris και στην Κύπρο Musca sorbens, όχι όμως ενδημικά. Το είδος Musca domestica εκπροσωπείται στην Ευρώπη σε δύο υποείδη, στην Ελλάδα η οικιακή μύγα είναι η Musca domestica domestica. Μπορεί να αναπαράγεται με εξαιρετική ευκολία τόσο εξαιτίας της ικανότητάς της να εναποθέτει αυγά στο εσωτερικό οποιουδήποτε υλικού βιολογικής φύσης το οποίο αποσυντίθεται, τόσο όσο και χάρη στην ταχύτητα με την οποία αναπτύσσονται οι προ νύμφες και γίνονται ενήλικες, με τη σειρά τους ικανές να αναπαραχθούν: περίπου 10 μέρες. Η διάρκεια ζωής της υπό άριστες διατροφικές και περιβαλλοντικές συνθήκες είναι 8-10 μέρες κατά τη διάρκεια των οποίων μπορεί να εναποθέσει έως και 1000 αυγά (150-200 τη φορά κάθε 3-4 μέρες). Το ενήλικο έντομο χρησιμοποιεί για να τραφεί την προβοσκίδα. Οι στερεές τροφές ραντίζονται με σάλιο για να διαλυθούν και κατόπιν ρουφιούνται από την προβοσκίδα. Παρότι πρόκειται για οικιακές μύγες, συνήθως περιορισμένες σε κατοικημένο από ανθρώπους περιβάλλον, αυτά τα έντομα μπορούν να πετάξουν μερικά χιλιόμετρα από τον τόπο που γεννήθηκαν. Δραστηριοποιούνται μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας και το βράδυ αναπαύονται στις γωνίες των δωματίων ή "κολλημένες" στις οροφές (ταβάνια). Οι προνύμφες της οικιακής μύγας έχουν μήκος από 9,5 έως 19,1 χιλιοστά. Ο προσδιορισμός των προνυμφών ταξινομείται σε στάδια: Κατά το πρώτο στάδιο η προνύμφη έχει μήκος 2-5 χιλιοστά, κατά το δεύτερο στάδιο 6-14 και κατά το τρίτο 15-20. Τα στάδια αυτά επιτυγχάνονται σε περίπου 2-3 μέρες για το πρώτο, 3-4 μέρες για το δεύτερο και 4-6 μέρες για το τρίτο (μέχρι την ενήλικη μύγα) αντίστοιχα, από την εναπόθεση των αυγών. Στα πιο ψυχρά κλίματα, οι μύγες επιβιώνουν μόνο αν συμβιώνουν με τον άνθρωπο. Έχουν την τάση να συνενώνονται και καθίσταται δύσκολο να τις πιάσει κανείς. Είναι ικανές να μεταφέρουν πάνω από 100 παθογόνους παράγοντες οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τον τύφο, τη χολέρα, τη σαλμονέλα, τη σιγκέλωση, τον άνθρακα, μολύνσεις των ματιών και ενδοπαρασιτικούς σκώληκες. Στις φτωχότερες χώρες κάτω από ανεπαρκείς υγειονομικές συνθήκες, οι μύγες βρίσκονται ανάμεσα στους κυριότερους μεταφορείς ασθενειών. Ορισμένα στελέχη έχουν αναπτύξει αντίσταση σε κοινά εντομοκτόνα. Η οικιακή μύγα τρέφεται με υγρά ή ημι-υγρά πέρα από τα στερεά οργανικά υλικά που επεξεργάζεται με το σάλιο ή τον εμετό της. Λόγω της μεγάλης ποσότητας τροφής την οποία προσλαμβάνει ημερησίως, αφήνει περιττώματα σχεδόν συνεχόμενα και αυτός είναι ένας από τους παράγοντες που καθιστά αυτό το έντομο φορέα επιβλαβών παθογόνων μικροοργανισμών και πολύ επικίνδυνο.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Η καταπολέμηση ξεκινά με την αναγνώριση του είδους που προκαλεί όχληση. Η ταυτοποίηση συμβάλλει στον εντοπισμό των σημείων απόθεσης των αυγών και επομένως δίνει τη δυνατότητα διαχείρησής τους. Οι καλές συνθήκες υγιεινής συνεισφέρουν στην αντιμετώπιση προβλημάτων μειώνοντας την ελκυστικότητα των χώρων στις επισκέψεις μυγών και περιορίζοντας τα σημεία σχηματισμού εστιών αναπαραγωγής. Η επίτευξη επαρκούς μηχανικού αποκλεισμού (κλείσιμο ανοιγμάτων) αποτρέπει την είσοδο εντόμων στο εσωτερικό.
Η εγκατάσταση παγίδων διαφόρων τύπων (κολλητικές επιφάνειες, τροφοελκυστικές παγίδες, ηλεκτρικές συσκευές με υπεριώδη ακτινοβολία) συμβάλλει σημαντικά στον περιορισμό των προβλημάτων με βιολογικό τρόπο. Η επιλογή του τύπου εξαρτάται από το είδος της μύγας που αντιμετωπίζουμε.
Η απεντόμωση με τη χρήση εντομοκτόνων σκευασμάτων αποτελεί το τελικό στάδιο στην καταπολέμηση μυγών. Για την αντιμετώπιση, επιλέγονται ήπια εντομοκτόνα, τα οποία εφαρμόζονται με διάφορες μεθόδους, όπως υπολειμματικούς ψεκασμούς (διαλυτά εντομοκτόνα), διασκορπισμό (κοκκώδη) και επιπάσεις (εντομοκτόνα σε σκόνη) διακριτικά και στοχευμένα. Συχνά στην απεντόμωση χρησιμοποιούνται εντομοκτόνα στομάχου. Τα σκευάσματα εφαρμόζονται συνήθως με τη μορφή επιχρίσματος (επάλειψη), αποτελούν τροφή για τις μύγες και λειτουργούν με την κατανάλωση.

